Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Δεν το Ξερες;;;;;;;;

Δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε από τη μύτη και το στόμα ταυτόχρονα.

Μεταξύ Ιράν και Πακιστάν υπάρχει ένα κράτος που λέγεται Βελουχιστάν! Κανείς δεν το έχει ακουστά -και όμως υπάρχει.

Η ηρωίνη το 1898 ήταν φάρμακο για τον βήχα.

Η Pepsi Cola σαν εταιρεία έχει πτωχεύσει δύο φορές.

Ο Mell Plank ήταν η φωνή του Bugs Bunny, αλλά ήταν αλλεργικός στα καρότα!

Το "μαύρο κουτί" στα αεροπλάνα έχει χρώμα πορτοκαλί.

Δεν μπορούμε να φταρνιστούμε χωρίς να κλείσουμε τα μάτια μας.

Το ένα από τα πλοκάμια του χταποδιού είναι το... πέος του!

Ο μέσος άνδρας, σε όλη του την ζωή, παράγει 18 κιλά σπέρμα.

Τα μηριαία οστά στον άνθρωπο είναι πιο ανθεκτικά και από το τσιμέντο.

Το 98,5% του DNA του ανθρώπου είναι ίδιο με του χιμπαντζή.

H συγγραφέας του Harry Potter, J K Rowling, κερδίζει 10 δολάρια το δευτερόλεπτο (και ανεβαίνει...).

Ένα ανθρώπινο σώμα περιέχει 0,2mg χρυσού. (Για βάρος 70 kg).

Ένα κομμάτι χαρτί δεν μπορεί να διπλωθεί παραπάνω από 7 φορές. (Μμμ, για να δούμε)

Σύμφωνα με την Κομισιόν, το όριο φτώχειας είναι τα 22ευρώ την ημέρα. Ενώ ο βασικός μισθός στην Ελλάδα είναι 18ευρώ ανά ημέρα. Δηλαδή 4 ευρώ χαμηλότερα από το όριο φτώχειας.

Τα φίδια Ανακόντα δεν σταματούν να μεγαλώνουν μέχρι να πεθάνουν.

O μέσος άνδρας βγάζει ένα κιλό γένια σε περίπου 30 χρόνια.

Εάν κόψεις το κεφάλι μίας κατσαρίδας, αυτή μπορεί να συνεχίσει να ζει για μέρες.

Η Coca Cola θα ήταν πράσινη, εάν δεν πρόσθεταν χρώμα μέσα της.

Οι οδηγοί των πρώτων αυτοκινήτων ατμού ονομάστηκαν "σοφέρ", δηλ. θερμαστές (γαλλ. Chauffer = θερμαίνω) γιατί ζέσταιναν το νερό της μηχανής πριν ξεκινήσουν.

Η βέρα φοριέται στο τέταρτο δάχτυλο (στον παράμεσο), γιατί τον παράμεσο διασχίζουν φλέβες που συνδέονται με την καρδιά.

Ο πιο ακριβός καφές του κόσμου, ο Kopi Luwak, φτιάχνεται από κόπρανα.

Το σαλάμι ήταν γνωστό στους Αρχαίους Έλληνες, όπως και διάφορα καπνιστά και κρέατα. Ακόμα και ο Όμηρος περιγράφει είδη αλλαντικών στην Οδύσσεια. Το σαλάμι πήρε το όνομά του από την Σαλαμίνα της Κύπρου, όπου παράχθηκε για πρώτη φορά.

Οι 4 κύκλοι της AUDI προέρχονται από την ένωση τεσσάρων εταιριών: Της Horch, της Audi, της Wanderer και της DKW.

Ο Γερμανός Ferry Porsche, το 1949 πλήρωσε ένα εκατομμύριο φράγκα, ώστε να αποφυλακίσει τον πατέρα του, Ferdinand Porsche (ιδρυτή της Porsche), που ήταν αιχμάλωτος των Γάλλων.

Tα αγγούρια είναι κατά 97% νερό.

WC σημαίνει Water Closet.

52 χιλιάδες αγγλικές λέξεις, είναι ελληνικές.

Οι δεξιόχειρες ζουν σύμφωνα με έρευνες κατά μέσο όρο 9 χρόνια περισσότερο από τους αριστερόχειρες.

Το ηφαίστειο της Καλντέρας στην Σαντορίνη είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο. Έχει ύψος 300 μέτρα και διάμετρο 11 χιλιόμετρα.

Από όλες τις φυλές του κόσμου οι μόνες που δεν χρησιμοποιούν τη φωτιά είναι οι Adaman και οι Πυγμαίοι.

Το έμβλημα της ΒΜW είναι ένας έλικας αεροσκάφους.

H Coca Cola όταν ανακαλύφθηκε το 1886 προοριζόταν για φάρμακο εναντίον του πονοκεφάλου.

O ιδιοκτήτης της Αdidas και ο ιδιοκτήτης της Puma ήταν αδέρφια (τσακωμένα).

Το αεροδρόμιο Kansai στην Ιαπωνία είναι χτισμένο μέσα στην θάλασσα.

H μαμά του Χίτλερ πήγε να κάνει έκτρωση, αλλά ο γιατρός δεν την άφησε και έτσι γεννήθηκε ο μικρός Αδόλφος.

Το Bacardi έχει σαν σύμβολό του την νυχτερίδα, γιατί τις νύχτες έμπαιναν στο αποστακτήριο παραγωγής του ποτού πάρα πολλές νυχτερίδες.

Το λάμα εάν σε συμπαθήσει μπορεί να σε φτύσει.

Ο Ειρηνικός ωκεανός απέκτησε το όνομά του από τον Μαγγελάνο, ο οποίος δεν συνάντησε καμία κακοκαιρία όσες φορές τον διέσχισε.

Η έρημος Ατακάμα στην Χιλή, είναι το πιο άνυδρο μέρος του πλανήτη. Bρέχει περίπου 1 χιλιοστό των χρόνο.

Κρεμλίνο στα ρωσικά σημαίνει φρούριο.

Οι Άγγελοι του Τσάρλι δεν κουβαλάνε μαζί τους όπλα.

Η Wall Street πήρε το όνομά της από έναν τοίχο ο οποίος κατασκευάστηκε με σκοπό να εμποδίζει τα γουρούνια από το να μπαίνουν στην πόλη.

Ο μικρότερος πίθηκος που υπάρχει είναι ο Cebuella pygmaea, ο οποίος έχει μήκος σώματος 13,6 εκατοστά με ουρά από 17 έως 23 εκατοστά. Το βάρος του είναι 120 γραμμάρια.

Η Αφροδίτη είναι ο μόνος πλανήτης που γυρίζει γύρω από τον εαυτό του με την φορά του ρολογιού.

Οι Ρώσοι ασφάλισαν την πτώση του διαστημικού σταθμού MIR με 200 εκατομμύρια δολάρια, σε περίπτωση που φτάνοντας στην γη, προκαλούσε ζημιές.

Το logo της Goodyear βγαίνει από τον φτεροπόδαρο αγγελιοφόρο θεό Ερμή.

Marlboro λεγόταν η οδός στο Λονδίνο, όπου βρισκόταν το εργοστάσιο του Φίλιπ Μόρις.

Τις αναλογίες της Barbie τις έχει μία στις 100.000 γυναίκες, ενώ τις αναλογίες του Ken ένας στους 50 άντρες.

Στην αρχή, όλες οι ζώνες του καράτε ήταν άσπρες. Με τον καιρό όμως οι άσπρες ζώνες γίνονταν μαύρες (από την βρωμιά). Έτσι ο παλιός καρατέκα είχε μαύρη ζώνη.

H κλίμακα Scoville μετράει πόσο καυτερή είναι μία πιπεριά.

Οι καταρράκτες του Νιαγάρα είναι οι έκτοι μεγαλύτεροι καταρράκτες στον κόσμο. Ο ψηλότερος καταρράκτης είναι ο Άνχελ στην Βενεζουέλα, με ύψος 979 μέτρα.

Τα νεύρα μας έχουν μήκος 70 χιλιόμετρα.

Ο Αντώνης Νικοπολίδης δικαιούται θέση δενδροκηπουρού στον Δήμο Κηφισιάς, λόγω κατάκτησης του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος με την Εθνική Ελλάδος.

Το Marlboro το 1924 ξεκίνησε ως γυναικείο τσιγάρο με σλόγκαν ʽMild as Mayʼ (ελαφρύ σαν τον Μάη).

Ο λόγος που οι Μεξικανοί βάζουν μία φέτα λεμόνι στο στόμιο της μπύρας είναι, για να απωθούν τις μύγες.

Από που βγαίνει το ΙΚΕΑ; Από τα αρχικά: Του ιδιοκτήτη της ΙΚΕΑ Ingvar Kamprad, Ελμτάριντ (η φάρμα στην οποία μεγάλωσε ο Ingvar Kamprad) Αγκουναρίντ (το όνομα του χωριού του Ίνγκβαρ Κάμπραντ.

Το σήμα της Lamborghini είναι το ζώδιο του ιδρυτή της, Ferucio Lamborghini, ο ταύρος.

Μέχρι το 1664 η Νέα Υόρκη λεγόταν Νέο Άμστερνταμ.

Η ταχύτητα ενός σαλιγκαριού είναι 5 μέτρα/ώρα.

Ο Ferdinand Porsche (ιδρυτής της Porsche) γεννήθηκε το 1875 και ήταν φίλος του Χίτλερ.

Ο Bluetooth ήταν Δανός Βίκινγκ Βασιλιάς.

Ο Marlboro man Ντέιβιντ Μακλίν πέθανε από καρκίνο των πνευμόνων το 1995.

Στον εμφύλιο πόλεμο της Αμερικής, όταν οι Βόρειοι κατέλαβαν την πόλη των Νότιων, όπου ζούσε ο Τζακ Ντάνιελ, δεν πείραξαν καθόλου τον Τζακ, γιατί δεν ήθελαν να ξεμείνουν από ουίσκι.

Η ανόρθωση των τριχών (όταν κάνει κρύο) εμποδίζει την μεταφορά θερμότητας προς το περιβάλλον.

Ο Ian Hibbell, από τα πιο μεγάλα ονόματα στον χώρο της ποδηλασίας, είχε γυρίσει τα τελευταία 40 χρόνια όλο τον κόσμο με το ποδήλατό του. Από την Ανταρκτική μέχρι τον Αμαζόνιο και από την Αλάσκα μέχρι την Ινδονησία. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2008 έπεσε θύμα ασυνείδητου οδηγού στην Εθνική οδό, στο ύψος της Βαρυμπόμπης. Ο άτυχος Βρετανός άφησε την τελευταία του πνοή στο ΚΑΤ Κηφισιάς.

Το ακρωνύμιο FBI σημαίνει Federal Bureau of Investigation.

Στον Βόρειο Πόλο δεν υπάρχει στεριά κάτω από τον πάγο.

Όταν ένα αυτοκίνητο κινείται με 80χλμ/ώρα, η μισή βενζίνη που ξοδεύει, χρησιμοποιείται, για να ξεπεράσει τις αεροδυναμικές αντιστάσεις.

Οι Κινέζοι γιορτάζουν τα γενέθλια τους κάθε 10 χρόνια.

H καμηλοπάρδαλη μπορεί να καθαρίσει τα αυτιά της με την μισού μέτρου γλώσσα της.

Στα Starbucks όταν παραγγέλνουμε ένα καφέ Venti σημαίνει ότι η ποσότητα που πέρνουμε είναι 20 ουγκιές. "Venti" = "Είκoσι".

Ο Charles Stewart Rolls ήταν ο πρώτος βρετανός που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. Ήταν 33 ετών (1910).

Το Paintball ανακαλύφθηκε το 1980 όταν από την Δασική Υπηρεσία των ΗΠΑ δημιούργήθηκε ένα πιστόλι που μάρκαρε τα δέντρα.

Στο στούντιο που δούλευε ο WALT DISNEY, υπήρχε ένα ποντίκι το οποίο δεν φοβόταν και συχνά εμφανιζόταν ζητόντας τροφή. Αυτό το ποντίκι έδωσε την ιδέα στον Γουόλτ Ντίσνεϊ για την δημιουργία του Μίκυ Μάους.

Ο Τζάκ Ντάνιελ ήταν συνέτερος με έναν ιεροκύρικα και έφτιαχναν μαζί ουίσκι. Ο ιεροκύρικας, πούλησε όλο του το μερίδιο στον Τζάκ, όταν ο Τζάκ ήταν 13ων .

Το 1867 οι ΗΠΑ αγόρασαν την Αλάσκα από την Ρωσία για 7,2 εκατομμύρια δολάρια.

Οι ποντικοί ιδρώνουν μόνο από την ουρά τους.

Για να φτιαχτούν τα χαρτονομίσματα (ή αλλιώς τραπεζογραμμάτια) χρησιμοποιείται ειδικό χαρτί, το οποίο περιέχει ίνες από ρύζι, μετάξι, βαμβάκι και λινό.

To 1989 ένας αστεροειδής με διάμετρο 300μ και όνομα 4581 Asclepius πέρασε 700.000 χλμ. μακριά από την γη. Ο αστροειδής πέρασε από το σημείο που η γη βρισκόταν 6 ώρες πριν.

Τα γουρούνια δεν ιδρώνουν ποτέ.



πηγη:http://www.pame.gr

Γιάννης Ρίτσος - H σονάτα του σεληνόφωτος

(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)









''Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου'' (stairway to heaven)

ΕΤΣΙ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ Κ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς

Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς;
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς;
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ' ακούς

Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς;
Πού μ' αφήνεις, πού πας και ποιός, μ' ακούς;
Σου κρατάει το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μια μέρα, μ' ακούς

Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς;
Των ανθρώπων

Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς;

Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς;
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δυό μαζί, μ' ακούς;










Ο.ΕΛΥΤΗΣ

ΕΤΣΙ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.






Μ.ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

ΕΓΩΙΣΜΟΣ

Ο ΕΓΩΙΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΚΥΡΙΕΥΣΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΓΩΙΣΤΕΣ, ΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΛΑ ΕΧΕΙ "ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ" ΣΗΜΑΣΙΑ ΠΛΕΟΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ..
ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΑΣ..
ΕΧΕΙ ΦΟΡΕΣΕΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΟΥ ΡΟΥΧΑ, ΤΟ ΟΜΟΡΦΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΣΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΤΟΥ ΧΑΜΓΕΛΟ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΞΕΓΕΛΑΣΕΙ.
ΟΠΟΤΕ ΞΕΚΙΝΑΩ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ Η ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΚΑΤΙ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ "ΕΓΩ" ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΚΑΛΟ Κ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΠΑΥΣΩ. ΔΥΣΚΟΛΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ ΣΥΝΗΘΩΣ ΠΑΡΑΣΥΡΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΥΡΙΑ ΤΟΥ Κ ΜΙΛΑΕΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Η ΜΟΝΗ ΟΜΩΣ ΠΟΥ ΥΠΕΡΗΨΩΝΩ ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΠΩ ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ, ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΗ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ..
ΕΔΩ ΕΡΧΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ! ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΥΚΤΙΩΣΗΣ. ΝΑ ΝΑΙ ΚΑΛΑ ΟΙ 10000 ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΣΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ...
ΟΛΑ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑΡΕΟΥΝ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ. ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.. Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ.. ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΗΚΑ.