Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Η ευλογία της έλλειψης


Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.



 Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Tο άλλοθι


Kάθε που σ’ επισκέπτομαι
μονάχα ο καιρός που μεσολάβησε
από τη μια φορά στην άλλη έχει αλλάξει.
Kατά τα άλλα, όπως πάντα
τρέχει από τα μάτια μου ποτάμι
θολό το χαραγμένο όνομά σου
– ανάδοχος της μικρούλας παύλας
ανάμεσα στις δυο χρονολογίες
να μη νομίζει ο κόσμος ότι πέθανε
αβάπτιστη η διάρκεια της ζωής σου.
Eν συνεχεία σκουπίζω τις μαραμένες
κουτσουλιές των λουλουδιών προσθέτοντας
λίγο κοκκινόχωμα εκεί που ετέθη μαύρο
κι αλλάζω τέλος το ποτήρι στο καντήλι
με άλλο καθαρό που φέρνω.
Aμέσως μόλις γυρίσω σπίτι
σχολαστικά θα πλύνω το λερό
απολυμαίνοντας με χλωρίνες
και καυστικούς αφρούς φρίκης που βγάζω
καθώς αναταράζομαι δυνατά.
Mε γάντια πάντα και κρατώντας το σώμα μου
σε μεγάλη απόσταση από το νιπτηράκι
να μη με πιτσιλάνε τα νεκρά νερά.
Mε σύρμα σκληρής αποστροφής ξύνω
τα κολλημένα λίπη στου ποτηριού τα χείλη
και στον ουρανίσκο της σβησμένης φλόγας
ενώ οργή συνθλίβει τον παράνομο περίπατο
κάποιου σαλιγκαριού, καταπατητή
της γείτονος ακινησίας.
Ξεπλένω μετά ξεπλένω με ζεματιστή μανία
κοχλάζει η προσπάθεια να φέρω το ποτήρι στην πρώτη
τη χαρούμενη τη φυσική του χρήση
την ξεδιψαστική.
Kαι γίνεται πια ολοκάθαρο, λάμπει
το πόσο υποχόνδρια δε θέλω να πεθάνω
ακριβέ μου – πάρτο κι αλλιώς:
πότε δε φοβότανε το θάνατο η αγάπη;


Κ.Δημουλά

Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Ειναι τραγικο

Μεσα σε ολη αυτη τη μιζερη κατασταση που εχει δημιουργηθει το τελευταιο ετος και ολοι γκρινιαζουν αποφασησα να σταματησω εγω και να αντιδρασω πετωντας απο πανω μου τη μιζερια αυτη. Δεν γκρινιαζω λοιπον γα οτι δεν εχω. ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ!! Για να μπορω να διεκδικω. Δεν εχει σημασια να κοιτας τι δεν εχεις, τι δεν μπορεις να αποκτησεις και τι εχεις χασει. Κοιτα τι κατεχεις ηδη, τι αλλο μπορεις να αποκτησεις κ ποσα μπορεις να κερδισεις. Ειναι τραγικο να βλεπω τοσο κοσμο να τον προσπερναει η ζωη του....

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΑΝΘΡΩΠΟΙ..

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ Κ ΦΕΥΓΟΥΝ.
ΠΟΙΟΙ ΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ? ΓΙΑ ΠΟΣΟ?
ΕΡΩΤΕΣ ΠΟΥ ΠΑΛΕΥΩ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ, ΝΑ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΩ, ΝΑ ΚΟΙΜΗΣΩ..
ΕΡΩΤΑΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΞΥΠΝΑ ΚΑΙ ΜΟΥ ΜΙΛΑ.
ΦΥΕ!! ΦΥΓΕ!! ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ.
ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, ΝΑ ΠΟΝΑΩ, ΝΑ ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ.
ΦΥΓΕ ΜΑ ΜΕΙΝΕ ΕΔΩ ΗΣΥΧΑ.
ΗΣΥΧΑΖΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ?
ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΡΙΑΚΙ?
ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ?
ΟΧΙ.